Τα νέα αυτά καταλύματα διακρίνονται για την υψηλή αισθητική, τον πλήρη εξοπλισμό και τις ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές. Μικρά, ευέλικτα συγκροτήματα φιλοξενίας «ξεπηδούν» τόσο στο ιστορικό κέντρο, όσο και σε συνοικίες της πόλης, προσφέροντας λύσεις που συνδυάζουν άνεση, λειτουργικότητα και αναβαθμισμένες παροχές. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, προσομοιάζουν στη λειτουργία των ξενοδοχείων, διαθέτοντας υπηρεσίες όπως ρεσεψιόν, καθημερινή καθαριότητα, παροχή πρωινού, Wi-Fi και ιδιωτικό πάρκινγκ.
ΑΕΙΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ
Η νέα οικοδομική δραστηριότητα που συνοδεύει την επέκταση των τουριστικών καταλυμάτων, δεν περιορίζεται μόνο στην αισθητική ή την άνεση. Πολλά από τα κτίρια που ανεγείρονται ή ανακαινίζονται βασίζονται σε αρχές αειφόρου σχεδιασμού και πληρούν υψηλές ενεργειακές προδιαγραφές.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι αρκετά από αυτά εντάσσονται στην ενεργειακή κλάση Α+, με ιδιότητες όπως: Θερμομονωτικά στοιχεία τοιχοποιίας και εξωτερική θερμοπρόσοψη 10 εκ., ηχομόνωση μεταξύ των ορόφων, ενεργειακά κουφώματα με υάλωση χαμηλής εκπομπής, αυτόνομη θέρμανση και ψύξη μέσω αντλιών θερμότητας, ηλιακοί συλλέκτες για ζεστό νερό χρήσης, φωτοβολταϊκά συστήματα στην οροφή για ιδιοπαραγωγή ενέργειας.
Η ενεργειακή αυτάρκεια δεν αποτελεί μόνο μια πράσινη επιλογή, αλλά και στρατηγικό πλεονέκτημα για τους ιδιοκτήτες, καθώς μειώνει δραστικά το λειτουργικό κόστος.
ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΑ ΚΤΙΡΙΑ
Μια εξίσου εντυπωσιακή τάση είναι η μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων, ακόμη και εγκαταλελειμμένων για χρόνια, σε σύγχρονα τουριστικά καταλύματα. Το αστικό τοπίο της Λάρισας αποκτά νέα πνοή, χάρη στην έξυπνη αξιοποίηση της υφιστάμενης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Καθοριστικό ρόλο στην άνθηση της νέας τουριστικής επιχειρηματικότητας παίζουν τα προγράμματα του ΕΣΠΑ, που σε πολλές περιπτώσεις καλύπτουν έως και το 50% του κόστους υλοποίησης ενός επενδυτικού σχεδίου. Ο πολιτικός μηχανικός και σύμβουλος διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, Απόστολος Μπέμπης αναφέρει σχετικά: «Παρατηρούμε ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από επενδυτές που έχουν συνειδητοποιήσει τις αυξημένες ανάγκες στην πόλη. Τα νέα συγκροτήματα λειτουργούν ουσιαστικά σαν ξενοδοχεία και προτιμώνται από εταιρείες, επαγγελματίες, φοιτητές και ανθρώπους που διαμένουν προσωρινά για λόγους υγείας ή επαγγελματικούς.
Η ζήτηση παραμένει ισχυρή, με πολλές επιχειρήσεις να μισθώνουν αυτά τα καταλύματα για τη διαμονή του προσωπικού τους, χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι εργαζόμενοι στα έργα αποκατάστασης των καταστροφών που άφησε πίσω του ο «Daniel». Η γενικότερη στροφή της πόλης προς ένα μοντέλο φιλοξενίας υψηλής ποιότητας, με βιώσιμα χαρακτηριστικά και προσωποποιημένες παροχές, ευθυγραμμίζεται με τις νέες απαιτήσεις του τουριστικού κοινού. Το προφίλ των επισκεπτών έχει μεταβληθεί, ζητούν εμπειρίες, άνεση, και βιωσιμότητα, στοιχεία που πλέον προσφέρονται με συνέπεια και επαγγελματισμό».
Επιπρόσθετα, υπογραμμίζει ότι η τάση των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι η Λάρισα δεν είναι μόνο ένας κόμβος του αγροτικού και βιομηχανικού ιστού της Θεσσαλίας, αλλά αναδεικνύεται ταχύτατα σε έναν νέο προορισμό ποιοτικής φιλοξενίας, με την αγορά των τουριστικών καταλυμάτων να επαναπροσδιορίζει το μέλλον της τοπικής οικονομίας. «Ο εκσυγχρονισμός των υποδομών, η αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων και η επιχειρηματική ευρηματικότητα διαμορφώνουν ένα δυναμικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον, ικανό να προσελκύσει επισκέπτες από όλη την Ελλάδα και όχι μόνο» καταλήγει.
Της Νατάσας Πολυγένη




